Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ

Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ
 
Στο Σύνταγμα μας, τόσο σ' αυτό που ισχύει, όσο και στα παλαιότερα υπάρχει η διάταξη του άρθρου 10 που κατοχυρώνει το δικαίωμα του «Αναφέρεσθαι προς τας Αρχάς» του Έλληνα πολίτη.
Επειδή κάθε διάταξη του θεμελιώδους Πολιτειακού Νόμου έχει την φιλοσοφία της και την ιστορία της, θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι το δικαίωμα του αναφέρεσθαι δεν δίδει ένα τυπικό δικαίωμα στον κάθε πολίτη να παρουσιάζεται στις Αρχές για να ικανοποιήσει κάποιο αίτημα του, διότι η πρόσβαση προς τα κλιμάκια της διοικήσεως, ακόμα και τα πιο απροσπέλαστα, δεν είναι και τόσο δύσκολο πράγμα για την Ελληνική πραγματικότητα.
Εντελώς διαφορετικά είναι τα κίνητρα και οι λόγοι που επέβαλαν την καθιέρωση του και μάλιστα με την περιβολή του ισχυρού Συνταγματικού Νομικού μανδύα και το κατέταξαν ισότιμο με τα άλλα ατομικά δικαιώματα. Γενικά τα ατομικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και το του αναφέρεσθαι, αποτελούν φραγμό κατά της αυθαιρεσίας της Κρατικής ισχύος και Εξουσίας και των παρανομούντων οργάνων της.
Είναι γνωστό ότι στις μορφές των πολιτευμάτων όπου η βούληση του λαού δεν έπαιζε ρόλο στην άσκηση της πολιτειακής και της πολιτικής εξουσίας, η Κρατική βούληση, εκφράζονταν στην πυραμίδα της Ιεραρχίας από την βούληση του μονάρχη φεουδάρχη ή θεοκράτη. Η επιβολή της βούλησης αυτής περιεβάλλετο τον τύπο μιας «χάρτας» που η γνησιότητα της επικυρωνόταν με την τυπική εναπόθεση της βούλας (δακτυλίδι του εκδόντος) και εν συνεχεία μετεφέρετο προς εκτέλεση στα όργανα της κρατικής εξουσίας.
Με τον τρόπο αυτό η τυπική νομιμότητα και η ταύτιση της με την βούληση του μονάρχη και των εκτελεστικών οργάνων ήταν απόλυτη, χωρίς να επιτρέπει την παραμικρή παρέκκλιση από τα διαταχθέντα, αλλά και κάθε προβαλλόμενη αντίρρηση, στηριζομένη στην λογική, τον φυσικό Νόμο και την ηθική, κατεπνίγετο χωρίς οίκτο αφού το εκτελεστικό όργανο δεν αμφισβητούσε την νομιμότητα της και περιωρίζετο στον έλεγχο των τυπικών εξωτερικών γνωρισμάτων της γνησιότητας της.
Το είδος αυτό της διακυβέρνησης έδωσε μάλλον αρνητικά και φρικιαστικά παραδείγματα εγκληματικής δραστηριότητας, (Ηρώδης, Αυτοκρατορίες, Τουρκικό Σουλτανάτο, Χίτλερ κλπ.), παρά το γεγονός ότι η Μακιαβελική θεωρία του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», έχει ακόμα πολλούς θιασώτες, οι οποίοι όμως οπωσδήποτε βρίσκονται μακριά από την στυγνή πραγματικότητα, όταν ασπάζονται θεωρητικά τον τρόπο αυτόν του διοικείν.
Τα ατομικά δικαιώματα λοιπόν είναι ένα μέσον και ένας τρόπος να τεθεί φραγμός στην αυθαιρεσία, αλλά και ένας τρόπος έλεγχου των πράξεων της Κρατικής Διοικήσεως.
Έτσι επιτυγχάνεται η προστασία του πολίτη, αλλά και ο έλεγχος της ουσίας των πράξεων της Διοικήσεως, καθώς και η αποκάλυψη των παρανομιών.
Για να είναι όμως πιο αποτελεσματική η διάταξη, εκτός από το δικαίωμα της αναφοράς (εγγράφου αλλά άτυπης), η σχετική διάταξη ορίζει όπως, οι Αρχές προς τις οποίες απευθύνονται οι αναφορές είναι υποχρεωμένες να ερευνούν την ουσία των αναφερομένων και να δίδουν απάντηση.
Πέρα δε από αυτό δεν είναι δυνατό να τεθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο ο αναφερών υπό ποινική ή πειθαρχική δίωξη, προτού δοθεί η τελική απάντηση και οπωσδήποτε η δίωξη απαιτεί την χορήγηση αδείας από την Αρχή προς την οποία υποβλήθηκε η αναφορά, άλλως η δίωξη είναι απαράδεκτη και πρέπει να τίθεται στο Αρχείο.
Η διάταξη βέβαια ισχύει για όλους τους Έλληνες και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσουν εξαίρεση και οι στρατιωτικοί.
θα πρέπει όμως να διευκρινισθεί ότι «αναφορά» όπως την θέλει το Σύνταγμα δεν είναι οποιαδήποτε αίτηση, αλλά μόνο εκείνη η οποία περιέχει ουσιαστικές αιτιάσεις και παράπονα για ενέργειες της διοικήσεως.
Επομένως το άρθρο 10 του Συντάγματος περιλαμβάνει μόνο ορισμένο είδος αναφορών.
Από το είδος των αναφορών αυτών δεν θα πρέπει να εξαιρεθούν και οι αναφορές των Στρατιωτικών, οι οποίες σαφώς και λεπτομερώς καθορίζονται στους Στρατιωτικούς Κανονισμούς.
Επειδή όμως υπάρχει γύρω από την αναφορά των στρατιωτικών μια καθιερωμένη νοοτροπία που την θέλει να περιέχει ορισμένα αυστηρά τυπικά στοιχεία και ύφος σεβασμού, πράγμα: που καθιστά την αναφορά γι' αυτόν που την υποβάλλει να διακατέχεται από άγχος για το καλώς ή κακώς υπεβλήθη και που τελικά αποδυναμώνει το δικαίωμα προτού ακόμη ασκηθεί, θα: πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι κατ’ αρχήν η παλαιά νοοτροπία των διοικήσεων περί της εκ προοιμίου απορρίψεως της υποβληθείσης αναφοράς για τυπικές ελλείψεις (λάθη, ασυνταξίες, μη προσήκον ύφος, τυπολατρία κλπ.) επί ποινή επιβολής ποινής,, θα πρέπει να παραμερίζεται προκειμένου να εφαρμόζεται σωστά το Σύνταγμα και ο Νόμος.
Τέτοια παραδείγματα αυθαιρεσιών βρίθουν στην καθημερινή στρατιωτική ζωή, πλην όμως η νομιμοποίηση της αυθαιρεσίας, φρονούμε, δεν προάγει το συμφέρον της Υπηρεσίας αλλά αντίθετα πιθανόν να εξυπηρετεί δόλιους σκοπούς και παρέχει δυνατότητα αποκρύψεως της παρανομίας.
Φθάσαμε λοιπόν κάποτε στο άτοπο να υποβάλλονται αναφορές με συγκεκριμένες αιτιάσεις, εύλογα παράπονα, ή συγκεκριμένες καταγγελίες και υποστήριξη νομίμων δικαιωμάτων, που επεστράφησαν με επιβολή ποινής γιατί αντί του διφθόγγου η λέξη εγράφετο με «ένα γράμμα» ή ετονίζετο με «ψιλή» αντί «δα­σείας», ή «βαρείας», εάν δε ποτέ η αναφορά κατόρθωνε να ξεπεράσει το φράγμα του πρώτου κλιμακίου της διοικήσεως, επεστρέφετο πάλι με επιβολή ποινής διότι «Ο αναφερών απασχόλησε την Υπηρεσία», όπως είχε καθιερώσει σαν «τρόπο διοικήσεως» κάποιος «πολύς» επιτελής του ΑΤΑ και του ΓΕΑ.
Είναι αστεία όμως και η όλη ενέργεια και η έκφραση «απησχόλησε την Υπηρεσία», διότι αυτό θυμίζει Στρατό χωρίς στρατιώτες και Κράτος χωρίς πολίτες. Εάν δηλαδή δεν υπήρχαν διοικούμενοι δεν θα υπήρχε ανάγκη να απασχολείται η Υπηρεσία γενικά δε η Κρατική Μηχανή.
Απ' όλα τα παραπάνω λοιπόν προκύπτει ότι:
Το Σύνταγμα και οι κανονισμοί σωστά ορίζουν τα του δικαιώματος του αναφέρεσθαι, αλλά τόσο οι αναφερόντες όσο και οι διοικήσεις θα πρέπει να απαλλαγούν από τα πλέγματα της. νοοτροπίας και τις ενοχές του παρελθόντος και να αντιμετωπίσουν σωστά ορθολογικά και στα πλαίσια του Νόμου, το θέμα των αναφορών.
Πρέπει να σταματήσει η αυθαιρεσία του «πάρ' την πίσω γιατί είναι απαράδεκτη και θα σε τιμωρήσω», καθώς και της άλλης νοοτροπίας ότι με το να υποβάλλεται πληθώρα αναφορά παραπόνων προς τα προϊστάμενα κλιμάκια διοικήσεως, σημαίνει ότι εκτίθεται ο Διοικητής.
Από την άλλη όμως πλευρά των Διοικούμενων θα πρέπει, εκτός των τύπων η αναφορά να περιέχει ουσιαστικό αίτημα ή καταγγελία, ή εν πάση περιπτώσει να γίνεται με λίγα λόγια κατανοητό το περιεχόμενο, ώστε να μπορεί η Διοίκηση να ενεργήσει σωστά.
Δεν θα πρέπει να απορρίπτεται ασυζητητεί μια αναφορά η οποία αναφέρει παρατυπίες, παρανομίες ή αξιόποινες πράξεις, έστω και αν αυτές φαίνονται εκ πρώτης όψεως συκοφαντικές ή εξυβριστικές διότι τότε ακριβώς δεν εφαρμόζεται το Σύνταγμα και ο επιστρέφων την αναφορά, ως απαράδεκτη Διοικητής, είναι ποινικώς υπεύθυνος για παράβαση καθήκοντος, διότι έχει υποχρέωση από το Σύνταγμα να ερευνήσει την ουσία, δηλαδή αν τα καταγγελλόμενα είναι ή όχι αληθή και όχι αν η αναφορά περιέχει ορθογραφικά ή συντακτικά λάθη, ή δεν είναι γραμμένη στο προσήκον ύφος, γιατί τότε ο Διοικητής αυτός μας θυμίζει το ευρέως διαδεδομένο στο στράτευμα ευτράπελο ανέκδοτο, ότι όταν κάποιος αγνός και τίμιος κατώτερος είδε τον ανώτερο του να παρανομεί και του το ανέφερε (ότι τον αντελήφθη να κλέβει), ο παρανομών ανώτερος σε άγριο ύφος και με την τιμωρία στο στόμα απάντησε «ώστε με διαψεύδεις και με συκοφαντείς, 10 μέ­ρες φυλακή».
Έτσι ο καταγγείλας την κλοπή έγινε συκοφάντης και η παρασιώπησή της έγινε προσόν για προαγωγή του ανωτέρου.
Με όσα γράφτηκαν παραπάνω δεν σημαίνει ότι ένας σωστός και γνώστης της αποστολής του και των καθηκόντων του Διοικητής δεν γνωρίζει τι σημαίνει «αναφορά».
Τα παραπάνω υποδηλώνουν ότι το θέμα «αναφορά» σημαίνει σωστή εφαρμογή του Συντάγματος των Νόμων και των Κανονισμών και όχι νοοτροπία του «δεν γνωρίζω τι λέει το Σύνταγμα, εγώ ξέρω τι λένε οι διαταγές». Οι διαταγές και οι κανονι­σμοί όταν ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σωστά δεν αντιβαίνουν στο Σύνταγμα.
Καλή διοίκηση σημαίνει ουσιαστική αντιμετώπιση κάθε αναφοράς και εν πάση περιπτώσει υποδείξεις και σωστή διαπαιδαγώγηση για τα δικαιώματα των Διοικούμενων.
Αν πράγματι ο κατώτερος με την αναφορά του αποδείχτηκε ότι είπε ψέματα ή συκοφάντησε ή εξέθεσε την Διοίκηση, το Σύνταγμα και οι συνάδοντες προς αυτό κανονισμοί παρέχουν τους κατάλληλους μηχανισμούς για την τιμωρία του συκοφάντη. Η τιμωρία όμως θα πρέπει οπωσδήποτε να γίνει μετά την έρευνα των αναφερομένων και μετά την έγγραφη απάντηση της Διοικήσεως.
Έτσι κατοχυρώνεται και η Διοίκηση από τυχόν βεβιασμένες ενέργειες που την εκθέτουν στα ανώτερα κλιμάκια Διοικήσεως αλλά και εκτός του Στρατεύματος, όταν στα Ανώτατο Δικαστήρια της χώρας (Άρειο Πάγο - Συμβούλιο της Επικρατείας) διαπιστώνεται ότι η Διοίκηση παρενόμησε και ακυρώνονται Δικαστικές αποφάσεις και Διοικητικές Πράξεις.
Βέβαια από τότε που θα κινηθεί μια διαδικασία μέχρι που θα καταλήξει οριστικά σε ακύρωση και δικαίωση του αδικηθέντος θα περάσει πολύς χρόνος και εκείνος που αδικήθηκε οπωσδήποτε θα έχει υποστεί ηθική μείωση, ψυχική δοκιμασία και οικονομική αφαίμαξη.
Ενώ λοιπόν απ’ αρχής ήτο δυνατόν να προληφθεί η αδικία, εν τούτοις χάρις στις παράνομες ενέργειες της Διοικήσεως δεν αντιμετωπίζεται σωστά το θέμα, και δημιουργείται διελκυστίνδα συγκρούσεων μεταξύ διοικήσεως και διοικούμενων, ο θύτης γίνεται θύμα και όταν επέρχεται η δικαίωση τότε είναι πλέον πολύ αργά.
Ο παρανομήσας Διοικητής ή ανώτερος είναι ήδη άτρωτος, αν δε εναντίον του κινηθεί κάποια διαδικασία για αυθαιρεσία, σταματάει ελλείψει αποδείξεων ή των στοιχείων που απαιτεί ο Νόμος.
Παρ' όλα αυτά όμως το τεράστιο ηθικό θέμα δεν παύει να είναι εις βάρος εκείνων οι οποίοι παρενόμησαν
Κλείνοντας θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ότι σωστή διοίκηση σημαίνει και απονομή δικαιοσύνης και δίκαιο είναι να μην καταδικάζεις κάποιον, αν δεν τον ακούσεις, αν δεν ερευνήσεις και δεν αξιολογήσεις, τις αποδείξεις πριν αποφασίσεις.

                                                                                               
Γιώργος Εμμανουηλίδης
Δικηγόρος
Στουρνάρη 32 – Αθήνα
τηλ. 210-5226613, 5241943