Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΗΓΟΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΑΘΗΝΑ 21-5-2013

ΠΡΟΣ:
ΣΥΝΗΓΟΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ


Εθελοντών Μακράς Θητείας
Στρατού Ξηράς – Πολεμικής Αεροπορίας – Πολεμικού Ναυτικού.


Δια του
Νομικού Παραστάτου
Γεωργίου Εμμανουηλίδη, δικηγόρου Αθηνών (Στουρνάρη 32 – Τ.Κ. 104.33 – τηλ. 210-5226613.

-------------------------------

κ. Συνήγορε,

Το άρθρο 111 παρ. 1 του Συντάγματος διακελεύει: «Κάθε διάταξη Νόμου ή Διοικητική Πράξη με Κανονιστικό χαρακτήρα που είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα καταργείται από την έναρξη ισχύος της».
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία: «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έν­νοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέ­σεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσό­τερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρί­σεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.Α.Π. 3/2006, 23/2004, 11/2003). Επιπλέον, από την αρ­χή της ισότητας, το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ.) αλλά και την δημοκρατική αρχή και την αρχή του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 Σ.) συνάγεται και η συνταγματι­κής περιωπής αρχή της αξιοκρατίας.
Η αρχή της ισότητας που επιτάσσει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεσμεύει τόσο την διοίκηση κατά την υπ’ αυτής θέσπιση κανονιστικών διατάξεων, όσο και τον κοινό νομοθέτη και επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των υπό τις αυτές συνθήκες τελούντων προσώπων.
Η αρχή της ισότητας απαγορεύει στον κοινό νομοθέτη την άνιση μεταχείριση υπό την μορφή της διαφόρου ρυθμίσεως ή της εισαγωγής προνομίου ή εξαιρέσεως από γενικό κανόνα βάσει κριτηρίων αυθαίρετων ή άσχετων προς το ουσιαστικό περιεχόμενο της υπό ρύθμιση σχέσεως.
Η παρ. 2 άρθρου 4 του Συντάγματος διακελεύει: «Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις».
Αποκλίσεις από τους ορισμούς της παρ. 2 άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά νόμος.
Νομοθετική ρύθμιση που στερεί αυθαιρέτως από ορισμένη κατηγορία διοικουμένων ευεργετικό μέτρο (πχ. Ιεραρχική εξέλιξη), πρέπει να αναγνωριστεί και υπέρ των διοικουμένων που ζουν και εργάζονται κάτω από τις ίδιες νομικές και πραγματικές συνθήκες, οι οποίοι παρελήφθησαν από τη ρύθμιση, καθότι η αποκατάσταση της ισότητας επιβάλλει την επέκταση αυτή, ώστε να εκλείψει η άνιση μεταχείριση.
Από τα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται διαφορετική μεταχείριση εργαζομένων που παρέχουν στον ίδιο εργοδότη ίδια εργασία (Α.Π. 1666/2001, ΑΠ 635/93, ΑΠ 211/1992). Η Συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν απαγορεύει μόνο την άνιση μεταχείριση μεμονωμένων εργαζομένων αλλά, και την άνιση μεταχείριση κατηγοριών εργαζομένων.
Η γενική αρχή της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς έχει αναγνωριστεί από μια σειρά προνοιών σε σημαντικό αριθμό διεθνών κειμένων. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, απαγορευμένη διάκριση σημαίνει τη διαφορετική μεταχείριση, χωρίς λογική και αντικειμενική αιτιολογία, ατόμων που βρίσκονται σε σχετικά παρόμοια κατάσταση.
Το άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) σχετικά με την απαγόρευση των διακρίσεων, προβλέπει ότι η χρήση των αναγνωριζόμενων στην πιο πάνω Σύμβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών θα πρέπει να εξασφαλιστεί ασχέτως διακρίσεων.
Το 12ο Πρωτόκολλο στην άνω Σύμβαση, διεύρυνε την απαγόρευση των διακρίσεων που προβλέπεται στο άρθρο 14, στο σύνολο των δικαιωμάτων που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία πέραν αυτών που προνοούνται στην ΕΣΔΑ.
Σύμφωνα με την Πάγια Νομολογία του ΔΕΚ «η αρχή της ίσης μεταχείρισης» επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται για αντικειμενικούς λόγους (ΔΕΚ C-434-02, σκ 68, ΔΕΚ C-304/01, σκ 31).
Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (10.12.1948), «Όλοι χωρίς καμιά διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για ίση εργασία».
Μία οδηγία ή ένας Κανονισμός δηλαδή που δεν σέβονται σε κάποια διάταξη την αρχή της ίσης μεταχείρισης, θα πρέπει να ακυρωθεί από το ΔΕΚ, την δε ακύρωση μπορούν να ζητήσουν και οι πολίτες που θίγονται άμεσα (υπόθεση Defrenne).
Υφίσταται παραβίαση της αρχής της ισότητας όταν δύο κατηγορίες προσώπων, των οποίων η πραγματική και έννομη κατάσταση δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις διαφορές, τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης ή όταν διαφορετικές καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο (απόφαση Πρωτοδικείου 15/3/94, Τ-100/92 και Τ-298/2002).
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ L 39, σ. 40), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, ορίζει ότι:
«έμμεση διάκριση υφίσταται όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τους εκπροσώπους του ενός φύλου σε σύγκριση με τους εκπροσώπους του άλλου φύλου».
Η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών αποτελεί θεμελιώδη αρχή του Κοινοτικού Δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 2 και το άρθρο 3 παρ. 2 της συνθήκης και τη νομολογία του δικαστηρίου. Οι διατάξεις αυτές της συνθήκης ανακηρύσσουν την ισότητα ανδρών και γυναικών ως «καθήκον» και «στόχο» της κοινότητας.
Με την αριθμ. G273/97/26-10-99 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου οι διοικήσεις των Ενόπλων Δυνάμεων πρέπει να τηρούν κατά κανόνα την Αρχή της Ίσης Μεταχείρισης.
Με τις διατάξεις των Νόμων 3986/2010 «Εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυνακών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης – εναρμόνιση της κείμενης νομοθεσίας με την οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουλίου 2006 και άλλες συναφείς διατάξεις», ολοκληρώθηκε η μεταφορά της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ στην Ελληνική έννομη τάξη.
Οι βασικότερες διατάξεις του άνω Νόμου είναι ακόλουθες:

Άρθρο 12
«Απαγορεύεται κάθε μορφής άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω του φύλου ή της οικογενειακής κατάστασης του εργαζομένου όσον αφορά στους όρους, στις συνθήκες απασχόλησης και εργασίας, στις προαγωγές, καθώς και στο σχεδιασμό και την εφαρμογή συστημάτων αξιολόγησης προσωπικού».

Άρθρο 17
«Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στα άτομα που απασχολούνται ή είναι υποψήφια για απασχόληση στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα…»

Άρθρο 30
« 1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη νόμων, διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών επιχειρήσεων που έχουν ισχύ νόμου ή κανονιστικής πράξης, καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος ή ανεξάρτητης δραστηριότητας, εφόσον αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.»

Σχετικά η αριθμ. πρωτ. 1565/56/27-1-2011 Εγκύκλιος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με θέμα την κοινοποίηση του Ν. 3896/2010 και εναρμόνιση της κείμενες νομοθεσίας με την οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουλίου 2006 στην παράγραφο Ε διαλαμβάνει:
«Ε. Έπειτα από τα παραπάνω και δεδομένου ότι η κατάργηση των υφισταμένων διακρίσεων είναι μείζονος σημασίας για την ουσιαστική εφαρμογή της αρχής της ισότητας ανδρών και γυναικών, τα Υπουργεία παρακαλούνται να εξετάσουν αν στο νομοθετικό πλαίσιο αρμοδιότητάς τους υπάρχουν, διατάξεις που έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του ανωτέρου αναφερόμενου νόμου, οι οποίες σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 30 αυτού, χρήζουν καταργήσεως ή τροποποιήσεως και να προβούν στις ανάλογες ενέργειες, ενημερώνοντάς μας σχετικά. Επίσης παρακαλούνται να κοινοποιήσουν την παρούσα στους εποπτευόμενους φορείς και υπηρεσίες».


    

Σύμφωνα με τις διατάξεις άρθρου 45 Ν.Δ. 445/74 λειτούργησε ο θεσμός του «Εθελοντή Οπλίτη από ανακατάταξη» με εθελούσια υποχρέωση παραμονής στο στράτευμα για πέντε (5) έτη. Μετά την παρέλευση της πενταετίας μπορούσε να μονιμοποιηθεί οποτεδήποτε με ον βαθμό έφερε, εντασσόμενος στο αριστερό της αντίστοιχης σειράς με την ειδικότητα του Παραγωγικής Σχολής Υπαξκού που αποφοίτησε κατά το έτος μονιμοποιήσεως του, δυνάμενος να εξελιχθεί περαιτέρω ιεραρχικά σύμφωνα με τις διατάξεις 5,8,9,12 και 46 του Ν.Δ. 445/74.
Το άρθρο 47 του ΝΔ 445/74 διακελεύει για την υπηρεσιακή ιεραρχική εξέλιξη των Εθελοντών υπαξκών :
«1. Οι κατά τας διατάξεις του παρόντος κατατασσόμενοι ως εθελονταί Υπαξιωματικοί εξελίσσονται μέχρι του βαθμού του Αρχιλοχίου, Αρχικελευστού ή Αρχισμηνίου εξομοιούμενοι κατά τας αποδοχάς προς τους εν ενεργεία μονίμους ομοιοβάθμους των, από της κατατάξεώς των.
Σύμφωνα με τις διατάξεις άρθρου 6 του Ν. 705/77 «Περί στρατέυσεως των Ελληνίδων» κατά τα έτη 1979, 1980, 1981 και 1982 κατετάγησαν σταδιακά στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων γυναίκες στρατιωτικοί για Επαγγελματική σταδιοδρομία.
Το άρθρο 7 παρ. 1 του Νόμου 705/77 διακελεύει για την υπηρεσιακή ιεραρχική εξέλιξη των Εθελοντριών:
«1. Δια Π. Διατάγματος, εκδιδομένου κατόπιν προτάσεως του Υπουργού Εθνικής Αμύνης, ορίζονται εκάστοτε αι ειδικότητες στρατιωτικής υπηρεσίας, αι οποίαι καλύπτονται υπό γυναικών στρατευσίμων ή εφέδρων, εθελουσίως κατατασσομένων. Αύται βαθμολογικώς εξελίσσονται ως και οι άρρενες των αυτών κατηγοριών» (δηλαδή μέχρι βαθμό Αρχιλοχίου, Αρχισμηνίου, Αρχικελευστού).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 1513/85 «Οπλίτες του Στρατού Ξηράς με πενταετή υποχρέωση και άλλες διατάξεις» κατατάχθηκαν Οπλίτες Πενταετούς Υποχρέωσης (ΟΠΥ) το 1985 στο Στρατό Ξηράς, το 1989 στο Πολεμικό Ναυτικό και 1990 στην Πολεμική Αεροπορία (με το άρθρο 13 του Ν. 1848/89).
Ο θεσμός του Ο.Π.Υ. μετονομάστηκε σε «Εθελοντές Πενταετούς Υπηρεσίας (Ε.Π.Υ.)» σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του Νόμου 2109/92 «Ρύθμιση θεμάτων εκπαιδεύσεως, στρατολογίας, καταστάσεων του Προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλες διατάξεις».
Οι υπαξκοί προελεύσεως Ε.Π.Υ. μετά την παρέλευση της πενταετίας, εντάσσονται στο θεσμό των «Εθελοντών Μακράς Θητείας» (ΕΜΘ) δειπόμενοι από τις διατάξεις του Π.Δ/τος 21/1991, Ν. 184/89 (παρ. 4 άρθρο 13) και Ν. 2913/2001 (άρθρο 7 παρ. 4).
Η παρ. 4 άρθρου 13 του Ν. 1848/1989, όπως αυτό ίσχυε πρίν από την αντικατάστασή του με την παρ. 4 άρθρου 7 του Νόμου 2913/2012 διακελεύει για την ιεραρχική εξέλιξη των Εθελοντών Μακράς Θητείας:
«4. Μετά τη λήξη της πενταετούς υποχρέωσής τους όσοι επιθυμούν μπορούν, ύστερα από αίτησή τους, να παραμείνουν στις Ένοπλες Δυνάμεις με το βαθμό που φέρουν ως εθελοντές μακρός θητείας (Ε.Μ.Θ.) μέχρι τη συμπλήρωση 35ετούς συντάξιμης υπηρεσίας και εξελίσσονται βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του Ανθυπασπιστή, μισθολογικά δε μέχρι το βαθμό του Λοχαγού και των αντιστοίχων των άλλων Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων.»



Με τη παρ. 5 άρθρου 13 του Ν. 1848/89 οι Εθελόντριες του Ν. 705/77 εντάχθηκαν στο θεσμό των Ε.Μ.Θ.
Η παρ. 5 άρθρου 13 του Νόμου 1848/1989, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρου 4 του Ν. 1911/1990, διακελεύει συγκεκριμένα:
«5. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλογικά και για τις εθελόντριες του ν. 705/1977 (ΦΕΚ 279), που το επιθυμούν». 
Επακολούθησαν ευνοϊκές ρυθμίσεις για τις Εθελόντριες με το άρθρο 22 του Ν. 2109/92 και άρθρο 15 του Ν. 2936/01, ενταχθείσες στις διατάξεις του Ν.Δ. 445/74.
Περαιτέρω επακολούθησε η παρ. 1 άρθρου 13 του Ν. 3257/2004 , διακελεύουσα:
«1. Οι γυναίκες που υπηρετούν ως μόνιμες με βαθμό Ανθυπασπιστή του Ν. 705/1977 (ΦΕΚ 279 Α'), που κατετάγησαν τα έτη 1979,1980,1981 και 1982, προάγονται στο βαθμό του Ανθυπολοχαγού και αντιστοίχου των άλλων Κλάδων με τη συμπλήρωση είκοσι ενός ετών αντίστοιχα συνολικής πραγματικής στρατιωτικής υπηρεσίας από την αρχική τους κατάταξη, συντρεχουσών των λοιπών προϋποθέσεων του Ν.Δ 445/1974».

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
Με τις διατάξεις παρ. α(5), β(7) και γ(7) άθρρου 23 του Νόμου 3883/2010 οι Εθελοντές Νόμου 445/74 και οι Εθελόντριες Ν. 705/77 προάγονται μέχρι και το βαθμό Ταγματάρχη – Πλωτάρχη - Επισμηναγού.
Με τις άνω διατάξεις δηλαδή, οι νεώτεροι των ΕΜΘ σε ιεραρχική εξέλιξη κατά την κατάταξή τους (μέχρι Αρχιλοχίες, Αρχικελευστές, Αρχισμηνίες) εθελοντές υπαξκοί του ΝΔ 445/74 και εθελόντριες του Ν. 705/77, προάγονται σε αξκούς μέχρι το βαθμό Ταγματάρχη και αντίστοιχους, των ΕΜΘ που κατά την κατάταξη τους προβλέπετο προαγωγή μέχρι βαθμού ανθστού, παραμενόντων στον ίδιο καταληκτικό βαθμό προαγωγής μέχρι 35 έτη υπηρεσίας με κραυγαλέα παραβίαση της Συνταγματικής Επιταγής άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, λαμβανομένων υπόψη ότι οι άνω τρεις κατηγορίες υπαξκών, κατετάγησαν με τα ίδια τυπικά κριτήρια και εργάζονται κάτω από τις ίδιες πραγματικές και νομικές συνθήκες και συγκεκριμένα:
* Οι ΕΜΘ εντάσσονται στο στράτευμα με τα ίδια τυπικά προσόντα (απόφοιτοι Λυκείου και Τ.Ε.Λ.) όπως οι Εθελόντριες και οι Εθελοντές υπαξκοί.
* Οι ΕΜΘ έχουν επιλεχθεί μέσα από συγκεκριμένα κριτήρια (συγκεκριμένο ηλικιακό έτος, οικογενειακή κατάσταση, υγειονομικές εξετάσεις, αθλητικές δοκιμασίες, κλπ) και διαδικασίες όπως οι εθελόντριες και οι Εθελοντές υπαξκοί.
* Οι ΕΜΘ έχουν εκπαιδευτεί με τα ίδια στρατιωτικά πρότυπα όπως οι Εθελόντριες και οι Εθελοντές υπαξκοί.
* Οι ΕΜΘ έχουν αποδείξει έμπρακτα τον επαγγελματισμό και την άρτια κατάρτιση τους, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του στρατεύματος.
* Οι ΕΜΘ εντάχθηκαν σε ξεχωριστή επετηρίδα και προάγονται ανεξαρτήτως κενών οργανικών θέσεων.
Το καθεστώς των διαφορετικών επετηρίδων μεταξύ ΕΜΘ και των υπαξκών διαφόρων προγενέστερων προελεύσεων, αλλά και αυτών εκ παραγωγικών σχολών υπαξκών, ανεξαρτητοποιεί τις προαγωγές και δεν δημιουργεί καμία προστριβή με τις επετηρίδες των άλλων υπαξκών και αξκών εξ υπαξκών.
* Οι ΕΜΘ εξομοιώνονται μισθολογικά, είναι μέτοχοι στα ίδια ταμεία, διέπονται από τις ίδιες διατάξεις και τους πειθαρχικούς και ποινικούς κανόνες, χρησιμοποιούνται σε εφάμιλλα καθήκοντα, προσφέρουν όμοιες υπηρεσίες και έργο και έχουν μονιμοποιηθεί όπως οι Εθελόντριες και οι Εθελοντές.
* Οι ΕΜΘ μονιμοποιήθηκαν με το από 30/3/2011 Προεδρικό Διάταγμα, η μονιμοποίηση των οποίων έγινε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις του ΝΔ 445/74.
* Οι ΕΜΘ διέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις που εφαρμόζονται για τους ομοιόβαθμους τους μόνιμους Υπαξκούς και ανθυπασπιστές (άρθρο 9 του ΠΔ 21/91 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 56/98).
* Σύμφωνα με την παρ. 3 άρθρου 11 του Π.Δ/τος 21/1991 τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για προαγωγή, οι κρίσεις, οι προαγωγές, οι τοποθετήσεις, οι μεταθέσεις, οι μετατάξεις, η απονομή δεύτερης ή τρίτης ειδικόττηας, η παραίτηση, οι αποστρατείες και τα ατομικά έγγραφα των Εθελοντών – Εθελοντριών Μακράς Θητείας διέπονται από τις αντίστοιχες και εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί μονίμων υπαξκών και ανθυπασπιστών των Ενόπλων Δυνάμεων, Εθελοντών και Εθελοντριών.
* Οι ΕΜΘ έχουν τα ίδια δικαιώματα – υποχρεώσεις, διέπονται από τους ίδιους κανονισμούς και διαταγές της υπηρεσίας σε θέματα υγειονομικής περίθαλψης, κρίσεων σωματικής ικανότητας, πειθαρχίας, υπηρεσιών, συμμετοχής σε παντός είδους ασκήσεις, καθώς και πάσης φύσεως υπηρεσιακές εργασίες όπως οι Εθελόντριες και οι Εθελοντές υπαξκοί χωρίς καμία εξαίρεση. 
 


Υπό τα άνω δεδομένα η δυσμενής εις βάρος των ΕΜΘ διάκριση, που δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, άγει σε ευθεία έντονη υποβάθμιση του παρεχόμενου έργου των ΕΜΘ και της συμμετοχής των στο δυναμικό των Ενόπλων Δυνάμεων, δημιουργεί κατάσταση άνισης μεταχείρισης αυτών έναντι των Εθελοντών και Εθελοντριών υπαξκών και αντίκειται στην απορρέουσα από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας.
Το δημιουργούμενο από την ανισότητα αυτή κενό, πρέπει να πληρωθεί με την πιο κατάλληλη αποκατάσταση της ισορροπίας που διαταράχτηκε μέθοδο και ειδικότερα με την εφαρμογή του άρθρου 13 του Νόμου 3257/2004 και της διάταξης άρθρου 23 παρ. β,5 του Νόμου 3883/2010 ιεραρχικής εξέλιξης και των ΕΜΘ σε βαθμούς αξκού μέχρι και του βαθμού Ταγματάρχη όπως οι Εθελοντές (ΝΔ 445/74) και οι Εθελόντριες (Ν.705/77), γιατί μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η ανισότητα που δημιουργήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και εφαρμόζεται η διαλαμβανόμενη στο άρθρο 120 παρ. 2 του Συντάγματος επιταγή σεβασμού των διατάξεών του.
Η κατά τα άνω διακριτική μεταχείριση των ΕΜΘ και οι διατάξεις που τη δημιουργούν, παραβιάζουν και τις ακόλουθες συνταγματικές επιταγές:
- Του Κράτους Δικαίου που έχει θεμελιώδη επιδίωξη την πραγμάτωση του Κράτους Δικαίου που επιτυγχάνεται με τη διαφύλαξη και προστασία της αξίας του ανθρώπου, όπως διαμορφώνεται και με την εργασιακή και μισθολογική του εξέλιξη, η οποία πρέπει να τυγχάνει ίσης μεταχείρισης.
- Του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος που καθιερώνει μια «γενική αρχή» που θεωρητικά αναλύεται σε υποχρέωση του Κράτους και συγκεκριμένα των διάφορων οργάνων του, αφ’ ενός να σέβονται την αξία του ανθρώπου εν γένει ως «ατόμου», όσο και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, δηλαδή να μην την προσβάλλουν κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας και αφ’ ετέρου να προστατεύουν δηλ. να μεριμνούν για την αποτροπή της προσβολής της.
- Της διάταξης άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος με την οποία κατοχυρώνεται το δικαίωμα για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας σαν καταστατική αρχή.
Η προσωπικότητα άλλωστε του ανθρώπου συντίθεται από την σωματική, ψυχική, πνευματική, ηθική και κοινωνική υπόσταση του από την οποία απορρέουν επί μέρους δικαιώματα για την προστασία συγκεκριμένων εννόμων αγαθών συνυφασμένων με την προσωπικότητα του, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα της εργασιακής και μισθολογικής του εξέλιξης κατ’ ίση μεταχείριση.

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ:
Οι Εθελόντριες Ν. 705/77 οι οποίες εντάχθηκαν στο θεσμό των ΕΜΘ με την παρ. 5 άρθρου 13 του Ν. 1848/1989, προκειμένου να αποκτήσουν δικαίωμα προαγωγικής εξέλιξης σε ανθστή (όπως προβλέπεται για τους ΕΜΘ) από το προβλεπόμενο γι’ αυτές Αρχιλοχίου, ακολούθως χωρίς κανένα απολύτως νόμιμο έρεισμα και με παραβίαση της Συνταγματικής Επιταγής για ίση μεταχείριση (παρ. 1 και 2 άρθρου 4) με το άρθρο 13 του Ν.3257/2004 αποδεσμεύτηκαν από τον θεσμό των ΕΜΘ, με δυνατότητα προαγωγικής εξέλιξης σε αξκούς κατ’ αρχή με τις διατάξεις του Ν.2439/96 καταληκτικού βαθμού Αντισυνταγματάρχη και ακολούθως με τις διατάξεις του Ν.3883/2010 σε Ταγματάρχη, των ΕΜΘ παραμενόντων στο καταληκτικό βαθμό ανθστή με 35 και 40 έτη πραγματικής υπηρεσίας.

       

Για τη νομιμότητα της ίσης μεταχείρισης των ΕΜΘ με αντίστοιχη ιεραρχική υπηρεσιακή εξέλιξη βαθμού Ταγματάρχη – Επγού – Πλωτάρχη με τις Εθελόντριες και Εθελοντές, επισημαίνοντα οι ακόλουθες ερωτήσεις Βουλευτών προς τον ΥΕΘΑ και σχετική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου του ΓΕΑ και συγκεκριμένα:

Με την αριθμ. Φ.454/25/ΕΠ 24743/Σ7/10-9-08 Γνωμοδότησή του ο Νομικός Σύμβουλος ΓΕΑ Ασμχος (Δ) Παν. Σιδηροκαστρίτης σε σχετική αναφορά Υπαξκού ΕΜΘ με αίτημα τη ρύθμιση προαγωγής των ΕΜΘ σε αξκούς γνωμοδότησε καταληκτικά :
«Η Συνταγματική αρχή της ισότητας επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις και πρόσωπα. Θεωρούμε ότι από το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο προκύπτει ότι υπάρχουν διαφορές στην αντιμετώπιση ΕΜΘ, ΕΠΟΠ και Μονίμων Υπαξκών.
Δεδομένου ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο στελέχη των Ε.Δ. που τελούν υπό ουσιωδώς όμοιο καθεστώς, θεωρούμε ότι όσα αναφέρονται από τον Εσμία Β.Μ. πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν, στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας της Υπηρεσίας να επανεξετάσει το ισχύον καθεστώς και να αμβλύνει τυχόν υφιστάμενες αδικαιολόγητες ανισότητες, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί και αποδοτικότερη εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων των στελεχών της Π.Α.».

Σε ερώτηση Κοινοβουλευτικού Ελέγχου αριθμ. 30/7-8-2012 ο βουλευτής Νικήτας Κακλαμάνης προς τον ΥΕΘΑ διαλαμβάνει καταληκτικά:
«Βασικό αίτημά τους ήταν και είναι η βαθμολογική εξέλιξή τους, όπως των εθελοντριών του N705/1977 και των εθελοντών οπλιτών, που προσλαμβάνονταν έως το 1989.
Δε ζητούν να διαταραχθεί η ομαλή λειτουργία των Ε.Δ., αφού δεν θέλουν να εξομοιωθούν με αντίστοιχους των παραγωγικών σχολών, απλώς θέλουν να εξομοιωθούν με τους ανακαταταγείς και τις εθελόντριες του Ν705/1977, που ήταν ΕΜΘ, σύμφωνα με το Ν1848/1989 άρθρο 13 παρ 4,5 και με τους νόμους Ν2109/1992 άρθρο 22, Ν3257/2004 άρθρο 13 και όχι μόνο βγαίνουν από τον εν λόγω θεσμό (των ΕΜΘ) αλλά λαμβάνουν και βαθμολογική εξέλιξη αξιωματικού.
Εξάλλου, οι ΕΜΘ έχουν ξεχωριστή επετηρίδα και οι οργανικές θέσεις των βαθμών που λαμβάνουν είναι κατοχυρωμένες.
Επίσης, όσον αφορά το οικονομικό κομμάτι του εν λόγω μέτρου θα είναι μηδενικό, αφού ούτως η άλλως μισθολογικά λαμβάνουν τις αποδοχές των μονίμων, σύμφωνα με τα έτη υπηρεσίας και όχι σύμφωνα με το βαθμό που φέρουν.
Ουσιαστικά το αίτημά τους μπορεί να χαρακτηρισθεί καθαρά ηθικό και όχι οικονομικό.
ΕΡΩΤΑΤΑΙ ο κ. Υπουργός,
Τι προτίθεσθε να κάνετε για το εν λόγω ζήτημα της βαθμολογικής εξέλιξης των Εθελοντών Μακράς Θητείας;»

Σε απάντηση του ΥΕΘΑ κ. Παναγιωτόπουλου στην άνω ερώτηση του βουλευτή διαλαμβάνονται στην παρ. (2) αυτής:
(2) Οι προερχόμενοι Υπαξκοί του Νόμου 705/77, είναι υπαξκοί γυναίκες, οι οποίες σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 705/77 και του άρθρου 12 και 46 του Ν. 445/74 κατατάχθηκαν ως Εθελόντριες και μετά τη λήξη της πενταετούς υποχρέωσής τους, με αίτηση τους, παρέμειναν στις Ένοπλες Δυνάμεις με το βαθμό που έφεραν. Οι εν λόγω Εθελόντριες μετά τη μονιμοποίησή τους σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομοθεσία, έχουν την βαθμολογική εξέλιξη των μονίμων υπαξκών πλην του καταληκτικού βαθμού καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. α(4) και α(5) του Ν. 3883/10 οι αξκοί που είναι απόφοιτοι Ανωτέρων Στρατιωτικών Σχολών Υπαξκών (ΑΣΣΥ) έχουν ως καταληκτικό βαθμό του Αντισυνταγματάρχη, ενώ οι λοιποί αξκοί έχουν ως καταληκτικό βαθμό του Ταγματάρχη.

Στην αριθμ. 2469/26-10-2012 ερώτηση της προς τον κ. ΥΕΘΑ η βουλευτής Μαρία Κόλλια – Τσαρουχα διαλαμβάνει καταληκτικά:
«Οι λύσεις που καλύπτουν προβλήματα περιστάσεων και η δημιουργία άνισης βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως ατόμων υπό ομοιόμορφες συνθήκες τελούντων κατά παράβαση της Συνταγματικής Επιταγής για Ίση  Μεταχείριση, Επίσης με την αριθμ. G 273/97/26-10-99 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου οι διοικήσεις των Ενόπλων Δυνάμεων, πρέπει να τηρούν κατά κανόνα την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Ερωτάται ο κ. Υπουργός:
Προτίθεται το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας  να τηρήσει την Συνταγματική Ισότητα στην περίπτωση αυτή των Εθελοντών Μακράς Θητείας (ΕΜΘ);»

Στην αριθμ. πρωτ. 1975/24-1-2012 Αναφορά της προς τον ΥΕΘΑ η βουλευτής Ελένη Τσιαούση διαλαμβάνει καταληκτικά:
«Κατόπιν τούτων,
Παρακαλούμε να μας ενημερώσετε για τις περαιτέρω απαραίτητες ενέργειες προκειμένου, να εφαρμοστεί άμεσα η εξομοίωση της βαθμολογικής εξέλιξης των Εθελοντών Μακράς Θητείας στρατιωτικών, με τους λοιπούς υπαξιωματικούς μη παραγωγικής σχολής (αποφοίτους ΑΣΣΥ) όταν μάλιστα δεν προκαλείται δαπάνη στο κρατικό προϋπολογισμό, ώστε να αρθεί η χρονίζουσα σε βάρος τους άδικη διάκριση που υφίστανται σε όλο τον εργασιακό τους βίο.»

Ο Βουλευτής Βασίλης Οικονόμου, έφερε τροπολογία για τη βαθμολογική εξέλιξη των Εθελοντών Μακράς Θητείας στην Ολομέλεια της Βουλής. Στην τοποθέτηση του ζήτησε σαφή δέσμευση από τον Υπουργό Άμυνας Πάνο Παναγιωτόπουλο να ψηφιστεί η τροπολογία.
Προειδοποίησε ότι δεν είναι ανεκτό να ακούγεται μόνο η άποψη των Επιτελείων για το θέμα και αυτή πάντα να γίνεται δεκτή.
Τόνισε ότι δεν είναι πλέον ανεκτό να υπάρχει διαφορετική αντιμετώπιση ίδιας κατηγορίας στελεχών (περίπτωση Εθελοντριών γυναικών).
Ο ΥΠΕΘΑ δεσμεύτηκε να φέρει το ζήτημα άμεσα στη Βουλή αφού προηγουμένως έρθει σε συνεννόηση με τους Αρχηγούς

Ο Βουλευτής Θεόδωρος Καραογλου στην αριθμ. πρωτ. 4650/19-1-2012 ερώτηση του προς τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας διαλαμβάνει:
«Αδικία και άνιση μεταχείριση υφίστανται οι Εθελοντές Μακράς Θητείας των Ενόπλων Δυνάμεων, αναφορικά με το ζήτημα της βαθμολογικής τους εξέλιξης.
Η βαθμολογική τους εξέλιξη ρυθμίζεται βάσει του Ν.1848/89, σύμφωνα με τον οποίο βαθμολογικά εξελίσσονται έως τον βαθμό του Ανθυπασπιστή. Ενώ, οι εθελόντριες του Ν.705/1977, βάσει της κείμενης νομοθεσίας (Ν.2109/1992 και 3257/2004), δεν βγαίνουν απλά από τον συγκεκριμένο θεσμό, αλλά λαμβάνουν και τη βαθμολογική εξέλιξη αξιωματικού.
Συνεπώς, η αδικία που υφίστανται οι Εθελοντές Μακράς Θητείας είναι κατάφωρη. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η βαθμολογική τους εξέλιξη δεν επιβαρύνει επιπρόσθετα τον κρατικό προϋπολογισμό, διότι μισθολογικά λαμβάνουν τις αποδοχές των μονίμων συναδέλφων τους, αναλόγως των ετών υπηρεσίας τους και όχι σύμφωνα με τον βαθμό που φέρουν. Οφείλει, λοιπόν, το αρμόδιο Υπουργείο να προβεί σε σχετική νομοθετική διάταξη, με την οποία θα αποκαθίσταται η κατάφωρη αδικία και η άνιση μεταχείριση, που υφίστανται οι Εθελοντές Μακράς Θητείας». 

        

Το Σύνταγμα με την παρ.2 άρθρου 120 επιτάσσει τον σεβασμό των διατάξεών του, από την οποία ανακύπτει η ανάγκη αντιμετώπισης της κατάστασης που δημιουργείται από την κήρυξη (θεώρηση) ανίσχυρης της δυσμενούς ιεραρχικής εξέλιξης των Ε.Μ.Θ. με παραβίαση της παρ.1 άρθρου 4 του Συντάγματος, σε σχέση με την ευμενή ιεραρχική εξέλιξη των εθελοντριών Ν.705/77 και Εθελοντών Ν.Δ. 445/74 με τη εφαρμογή και για εκείνους (Ε.Μ.Θ.) σε βάρος των οποίων έγινε αυτή, της ευμενούς ειδικής διάταξης, χωρίς την οποία εφαρμογή θα παραμένουν στην ουσία υπό δυσμενή διακριτική μεταχείριση.
Ο ισχυρισμός των παραγόντων της διοίκησης επί σχετικών αναφορών των ΕΜΘ, ότι δικαιολογείται η διακριτική μεταχείριση τους με ιεραρχική εξέλιξη μέχρι βαθμού ανθστού σε σχέση με την ιεραρχική εξέλιξη των Εθελοντών και Εθελοντριών σε βαθμούς αξκού με καταληκτικό Τχη – Επγου – Πχη, διότι αποτελούν διαφορετική κατηγορία από αυτή των Εθελοντών και Εθελοντριών, αποτελεί αιτιολογικό μόρφωμα καταχρηστικής άσκησης εξουσίας, με κραυγαλέα παραβίαση της Νομιμότητας, του Κράτους Δικαίου, των Αρχών της Χρηστής Διοίκησης, της Αμεροληψίας και των Συνταγματικών Επιταγών της Ίσης Μεταχείρισης και της Αναλογικότητας, αλλά και υποτίμησης της νοημοσύνης των Ένστολων.
Η επίκληση επίσης από τους παράγοντες της διοίκησης δύο σχετικών αποφάσεων του ΔΕΑ, οφειλόμενες σε μη σφαιρική δικαστική προβολή της διακριτικής μεταχείρισης των ΕΜΘ σε σχέση με την ιεραρχική εξέλιξη των Εθελοντριών του Ν. 705/77 και των Εθελοντών ΝΔ 445/74 και της προσβολής του πυρήνα των διατάξεων της Ισότητας και της Αναλογικότητας του Συντάγματος, παρίσταται απρόσφορη για αιτιολογικό έρεισμα της διακριτικής Αντισυνταγματικής μεταχείρισης των Ε.Μ.Θ., αφού είναι γνωστό ότι Νόμος κηρύσσεται ή μη, αντισυνταγματικός μόνο με απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κάτι που δεν υπήρξε σχετικά με τη Συνταγματική ή μη ιεραρχική εξέλιξη των ΕΜΘ.
Συνακόλουθα των ανωτέρω απαιτείται σχετική νομοθετική ρύθμιση, καθότι η διοίκηση οφείλει να αντιμετωπίζει τους διοικούμενους μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος, τις Γενικές Αρχές του Κοινοτικού Δικαίου, τις Συνταγματικές παραδόσεις των Κρατών Μελών της Ε.Ε., του Κράτυς Δικαίου και των Κανόνων Χρηστής Διοίκησης.

κ. Συνήγορε,

Οι 18.000 ΕΜΘ ζητούν την συνδρομή Σας για την εφαρμογή της Συνταγματικής Επιταγής για Ίση Μεταχείριση στην υπηρεσιακή εξέλιξή τους.

Με τιμή. 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ
 






ΧΑΡΤΟΓΙΑΚΑΔΕΣ ΠΟΙΟΥΣ ΚΟΡΟΙΔΕΥΕΤΕ....

Χαρτογιακάδες ποιους κοροϊδεύετε;



Στην αριθμ. 3167/5-3-2013 αναφορά του ο Βουλευτής Νίκος Νικολόπουλος προς τη Βουλή με θέμα : «Γιατί πρέπει οι Εθελοντές Μακράς Θητείας (ΕΜΘ) να προάγονται ιεραρχικά σε βαθμούς αξιωματικών;» με επίκληση Συνταγματικών Επιταγών και Γενικών Αρχών του Κοινοτικού Δικαίου που επιτάσσουν σχετική νομοθετική ρύθμιση ίσης μεταχείρισης στην ιεραρχική εξέλιξη των Εθελοντών Μακράς Θητείας με τις Εθελόντριες υπαξκούς του Νόμου 705/1977 και τους Εθελοντές Υπαξκούς άρθρου 45 του Ν.Δ. 445/74, έλαβε την ακόλουθη απάντηση από τους αρμόδιους χαρτογιακάδες προς δικαιολόγηση της αδικαιολόγητης δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης των ΕΜΘ.
«Το γυναικείο στρατιωτικό προσωπικό, που κατατάχθηκε στις τάξεις των ΕΔ σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 705/1977 (ΦΕΚ Α' 279), προάγεται στους δικαιούμενους βαθμούς αξιωματικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 3257/2004 (ΦΕΚ Α' 143) και τις αντίστοιχες του Ν. 3883/2010 (ΦΕΚ Α' 167).
Οι οπλίτες με πενταετή υποχρέωση κατατάχθηκαν στις τάξεις των ΕΔ με άλλο νομοθετικό πλαίσιο και ειδικότερα με τις διατάξεις του Ν. 1513/1985. Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 13 του Ν. 1848/89, μετά τη λήξη της πενταετούς υποχρέωσης τους, οι ΕΠΥ που επιθυμούν να παραμείνουν στις ΕΔ, εντάσσονται στο θεσμό των ΕΜΘ, μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας και εξελίσσονται βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του Ανθυπασπιστή.
Από τα προαναφερόμενα, προκύπτει σαφώς ότι το γυναικείο στρατιωτικό προσωπικό του Ν. 705/1977 και οι ΕΜΘ έχουν προσληφθεί με διαφορετικές διατάξεις νόμων και ακολουθούν αντίστοιχα διαφορετική βαθμολογική εξέλιξη, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις νόμων που τους αφορούν».
Ποιους κοροϊδεύετε μωρέ ανευθυνοϋπεύθυνοι κάνοντας γαργάρα ότι οι εθελόντριες με τον θεσμικό τους Νόμο 705/1977 είχαν καταληκτικό βαθμό Αρχιλοχίου – Αρχισμηνίου – Αρχικελευστού, ακολούθως με την παρ. 5 άρθρου 13 του Ν. 1848/89 τις εντάξατε στον θεσμό των ΕΜΘ προκειμένου να αποκτήσουν καταληκτικό βαθμό ανθστού όπως οι ΕΜΘ και ακολούθως, με κραυγαλέα παραβίαση των παρ. 1 και 2 άρθρου 4 του Συντάγματος για ίση μεταχείριση, αφού προηγήθηκαν άλλες ευνοϊκές διατάξεις (άρθρο 22 Ν. 2109/1992 και 2938/2001), με «σάλτο μορτάλε» που ήταν η παρ. 1 άρθρου 13 του Νόμου 3257/2004 οι νεότερες των ΕΜΘ εθελόντριες εντάχθηκαν στο σώμα των αξκών προαγόμενες σε καταληκτικό βαθμό Ταγματάρχη – Επισμηναγού – Πλωτάρχη;
Ποιους κοροϊδεύετε μωρέ ενδεείς των στρατιωτικών θεμάτων, λιπαίνοντας σκόπιμα τη σύγχυση, δικαιολογούντες τη Συνταγματική εκτροπή με το ότι δήθεν οι εθελόντριες και οι ΕΜΘ προσλήφθηκαν με διαφορετικές διατάξεις και ακολουθούν διαφορετική βαθμολογική εξέλιξη ή ότι ανήκουν σε άλλη κατηγορία, αφού γνωρίζετε καλά ότι προσλήφθηκαν με τα ίδια τυπικά προσόντα, ασκούσαν τα ίδια υπηρεσιακά καθήκοντα κάτω από τις ίδιες νομικές και πραγματικές συνθήκες και οι εθελόντριες είχαν μάλιστα μικρότερη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη από τους ΕΜΘ;
Ποιους κοροϊδεύετε, ξεπερνώνταςς τα όρια ανοχής, με βάναυση κατακρεούργηση της Συνταγματικής Επιταγής για Ίση Μεταχείριση των διοικούμενων και των Κανόνων Χρηστής Διοίκησης με την αιτιολογία που πλουτίζει την φαιδρολογία, ότι ο μεγάλος χρόνος παραμονής των ΕΜΘ για προαγωγή είναι αναγκαίος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού του νομοθέτη που είναι η κάλυψη των αναγκών των ΕΔ με κατώτερα στελέχη, διότι εύλογο το ερώτημα: Οι εθελόντριες και οι εθελοντές υπαξκοί δεν αποτελούσαν κατώτερα στελέχη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού του νομοθέτη; Δύο μέτρα και δύο σταθμά αναιτιολόγητα που δημιουργούν εύλογη αγανάκτηση και πικρία στους εθελοντές Μακράς Θητείας.

Οι αρχές του κράτους δικαίου, της νομιμότητας στην δράση της διοίκησης, αλλά και οι κανόνες της χρηστής Διοίκησης δεν ανέχονται να διατηρούνται σε ισχύ νομικές ή πραγματικές καταστάσεις που δημιουργήθηκαν με κατάφορη παραβίαση του δικαίου.
Διοικητικές πράξεις, οι οποίες θεωρήθηκαν αντίθετες προς το Σύνταγμα και επομένως ανίσχυρες, επιβάλουν δέσμια υποχρέωση στην διοίκηση, σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας της δράσης της διοίκησης, για την ανάκληση τους.

Από την έννοια της πολιτείας απορρέουν οι αρχές της ισότητας, της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων και της αναλογικότητας, μη υφισταμένης παραγραφής των δικαιωμάτων που προστατεύονται από τις αρχές αυτές, όταν η παρανομία του κράτους είναι διαρκής.
Οι αντισυνταγματικοί νόμοι και οι εν γένει αντισυνταγματικές ενέργειες των οργάνων του κράτους συνιστούν ανομία και η Δημοκρατική Κοινωνία και Πολιτεία απαιτεί το απαράγραπτο κάθε πράξης αντίθετης προς το Σύνταγμα και γενικά την αποκατάσταση των αδικηθέντων από αντισυνταγματικές διατάξεις.
Τυγχάνει αυτονόητο και πατροπαράδοτο το καθήκον του Έλληνα να σέβεται και να υπερασπίζεται το Σύνταγμα του που θεσπίζεται με το άρθρο 120 παρ. 2 και 4 του ισχύοντος Συντάγματος, η απευκταία δε παραβίαση του θεμελιώδους Νόμου από Βουλευτή, Υπουργό, Πρωθυπουργό, Πρόεδρο Δημοκρατίας ή άλλο δημόσιο αξιωματούχο, καταλείπει τούτον επίορκον και αυτεκθετον από τη συνταγματική νομιμότητα και την άσκηση της εξουσίας του αυταρχική .

Θεματοφύλακας των Συνταγματικών δικαιωμάτων των ένστολων, είναι πρώτα απ΄ όλους οι ίδιες οι Ένοπλες Δυνάμεις, οι ηγεσίες των οποίων πρέπει να προβούν σε πρόταση σχετικής νομοθετικής ρύθμισής βαθμολογικής εξέλιξης των Εθελοντών Μακράς Θητείας, αντίστοιχης των Εθελοντριών και Εθελοντών του Ν.Δ. 445/74.
Γιώργος Εμμανουηλίδης

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Ο ΡΟΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥ

Ο ΡΟΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥ


Οι υπαξιωματικοί κατά τον ίδιο λόγο με τους αξιωματικούς ασκούν ένα «αξίωμα», δηλαδή μια υποχρέωση στην υπηρεσία του Κράτους.
Αυτή η υποχρέωση είναι η πιο ευγενής και σοβαρή, αφού πρόκειται να συντηρήσουν και να υποστηρίξουν τα όπλα του Έθνους κάτω από την επίβλεψη των νόμων της Δημοκρατίας και σύμφωνα με τους κανονισμούς της στρατιωτικής τιμής. Η μεγαλοσύνη καθώς και η δουλειά του στρατιωτικού επαγγέλματος, πηγάζουν από τα ανωτέρω.
Το λειτούργημα του αξιωματικού τον οδηγεί στο να αναλαμβάνει ευθύνες και να παίρνει πρωτοβουλίες. Η αποστολή του υπαξιωματικού είναι να επιβεβαιώνει την εκτέλεση των διαταγών και καταβάλλοντας και τον εαυτόν του να επιβλέπει για την συνοχή του συνόλου.
Αυτά τα δυο λειτουργήματα (υποχρεώσεις) είναι συμπληρωματικά και αδιαχώριστα το ένα από το άλλο. Συνιστούν αυτό που ονομάζομε «αρχή», που κάνει το Στρατό ένα οργανισμό ουσιαστικά φτιαγμένο για δράση. Αξιωματικοί και Υπαξιωματικοί είναι τόσο κοντά στην άσκηση των σεβαστών υποχρεώσεων τους και τόσο αναμεμιγμένοι στις λειτουργίες τους ώστε ένα μεγάλο μέρος των πρώτων στρατολογούνται από τους δεύτερους.
Από την ενότητα προορισμού που φέρνει κοντά αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, συνεπάγεται ότι τα δυο σώματα, απαιτούν τα ίδια φυσικά και ηθικά προσόντα, την ίδια αφοσίωση στο Κράτος, την ίδια αυταπάρνηση για την υπηρεσία.
Μια από τις πρώτες αποστολές των υπαξιωματικών δεν θα μπορούσαμε να την απεικονίσουμε καλύτερα παρά μέσα σ' αυτά τα πλαίσια της μορφώσεως, της διαπλάσεως και του σχηματισμού των νέων μέσα στο στράτευμα. Αξιωματικοί και Υπαξιωματικοί συμμετέχουν σ’ αυτό, αλλά ο ρόλος των υπαξιωματικών είναι ο σπουδαιότερος επειδή είναι άμεσα και σταθερά πιο κοντά στους στρατευμένους νέους.
Η διάπλαση που γίνεται από τους υπαξιωματικούς πρέπει να. είναι πρώτα απ' όλα στρατιωτική εφ' όσον ο πρώτος σκοπός του στρατού είναι να προετοιμάσει τον άνθρωπο για την μάχη, αλλά σφυρηλατώντας τα προσόντα του στρατιώτου σφυρηλατούν επίσης και αυτά του πολίτου.
Η διάπλαση των ανθρώπων προσφέρει στους υπαξιωματικούς μια αποστολή, σε καιρό ειρήνης το ίδιο ενθουσιώδη με άλλες αποστολές σε καιρό πολέμου.
Αναπτύσσουν τα φυσικά προσόντα, προετοιμάζουνε τον στρατιώτη ν' αντιμετωπίσει τη δοκιμασία των μαχών, αλλά και η φυσική σκληραγωγία που αποκτάται με τα «σπορ» (τον αθλητισμό) και με την εξάσκηση, τον προετοιμάζει επίσης να υποφέρει τις αντιξοότητες που υφίσταται πολύ συχνά μέσα στους μοντέρνους τρόπους ζωής. Εξαίροντας τα ανθρώπινα προσόντα που πρέπει να ενώνουν τους μαχόμενους μέσα στην προσπάθεια ή μπροστά στον κίνδυνο, δημιουργούν αυτήν την αλληλεγγύη την τόσο απαραίτητη στην κοινωνική ζωή στους κόλπους των συνόλων μας. Καλλιεργώντας τις ηθικές ανθρώπινες αξίες που αναδεικνύουν τον ήρωα στο πεδίο μάχης, συμβάλλουν ώστε να ενισχυθούν και εκείνες που πρέπει να δώσουν ψυχή για οποιαδήποτε ζωή στην πολιτεία.
Συμβαίνει μερικοί υπαξιωματικοί να έχουν καθήκον να προετοιμάσουν για τη μάχη άνδρες λιγότερο νέους ή που έχουν σπουδάσει περισσότερο ή που έχουν αποκτήσει τίτλους πιο υψηλούς. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να εκπλήσσει παρά μόνο επιπόλαια πνεύματα. Ένας διευθύνων ώριμης ηλικίας, εφοδιασμένος με διπλώματα θα εμπιστευθεί τις αρμοδιότητες ενός νέου δασκάλου του σκι, αν θέλει ν' αποκτήσει μια σωστή εξάσκηση για το σπορ αυτό. Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε πειθαρχία, το ίδιο συμβαίνει με τον νεοσύλλεκτο, τον οποίον πρέπει να κάνει αυτό που δεν είναι ο ίδιος και αυτό που είναι ο υπαξιωματικός: ένα στρατιώτη.
Η δεύτερη αποστολή που επιβαρύνει τους υπαξιωματικούς είναι η στελέχωση των ενοτήτων. Κάθε οργανωμένο σύνολο προϋποθέτει καταμερισμό των εργασιών και ευθυνών. Γι’ αυτό απαραίτητα μέσα είναι η Ιεραρχία και η πειθαρχία. Η σκοπιμότητα που τα δικαιολογεί θεμελιώνεται πάνω στην αρμοδιότητα και στον παραδειγματισμό. Μέσα στην στελέχωση των ενοτήτων, η εξουσία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στον φόβο ούτε στον περιορισμό, ούτε αντιστρόφως σε μέτριους συμβιβασμούς με τους κατώτερους, πρέπει να επιβεβαιώνεται με το παράδειγμα και την ικανότητα.
Το είδος της αρχής δεν μπορεί πια να είναι σήμερα το ίδιο με εκείνο που ήταν πριν τριάντα ή πενήντα χρόνια, είναι γεγονός. Ο σύγχρονος υπαξιωματικός είναι ο δάσκαλος αυτός που ξέρει, αυτός που δείχνει, αυτός που τον επιβάλλουν οι τίτλοι του και τα προσόντα του.
Είναι το παράδειγμα με το οποίο ο υπαξιωματικός κάνει αξιοσέβαστο, όχι μόνο το βαθμό του, και το γαλόνι του, αλλά και την προσωπικότητα του — είναι τα παράδειγμα με το οποίο ο υπαξιωματικός όπως κάθε αρχηγός, κατακτά την εξουσία του και επιβεβαιώνει — η λέξη δεν είναι υπερβολική — την ακτινοβολία του.
Ότι η στολή, η άσκηση της πειθαρχίας και η επαγγελματική συνείδηση προκαλούν το σεβασμό, αυτό υπήρξε πάντοτε η αλήθεια και είναι ανάγκη σήμερα. Πίσω από ένα επιφανειακό σκεπτικισμό υπάρχει, μέσα στη νεολαία μας αυτό που ήταν πάντοτε το προνόμιο όλων των νεολαίων: Μια μεγάλη ανάγκη ενθουσιασμού και ιδανικού. Πρέπει ακόμη να το αναγνωρίζουμε και να το ενθαρρύνουμε.
Ουσιαστικό ατού στην αποστολή του υπαξιωματικού είναι ότι η εξουσία του αποβλέπει στο να επιβεβαιώσει την πειθαρχία της ενότητας και την εκτέλεση των αποστολών που είναι καθορισμένες με διαταγές.
Το πρώτο καθήκον είναι δυσχερές: Η νεολαία την οποία πρέπει να πειθαρχήσεις και να ξέρεις να την πλησιάσεις, είναι συνεπαρμένη από ελευθερία, η ευρεία τόση του συμφιλιωτισμού της σύγχρονης κοινωνίας δεν την έχει προετοιμάσει για τις αντιξοότητες της συλλογικής ζωής. Πρόκειται λοιπόν περισσότερο να πείσεις παρά να εξαναγκάσεις να κάνεις να καταλάβει ότι το αντικείμενο της στρατιωτικής πειθαρχίας είναι, να κάνεις τους ανθρώπους κατάλληλους (ικανούς) να εκτελέσουν μια δεδομένη αποστολή μέσα στο κλίμα της μάχης και του πολέμου. Πρέπει να εξηγήσεις ότι η ασφάλεια όλων εξαρτάται από την πειθαρχία του καθ' ενός, όπως μέσα στο εργαστήριο ή στο ανθρακωρυχείο. Πρέπει να δείξεις ότι είναι απαραίτητο να σέβεσαι τους αυστηρούς κανονισμούς για να συγκεντρώσεις τα μέσα του καθ' ενός και να φθάσεις στην μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα της ομάδας. Αυτή η πράξις της πειθούς είναι απαραίτητη για να αποκτήσεις όχι μια τυπική και καρτερική πειθαρχία, αλλά την συνένωση της ψυχής και του πνεύματος.
Την εκπλήρωση της αποστολής ο υπαξιωματικός την δέχεται από τους ανωτέρους του με μια διαταγή. Πρέπει να την εκτελέσει — να κάνει να εκτελεσθεί — με το πνεύμα της ίδιας της διαταγής. Έτσι ο υπαξιωματικός βρίσκεται στο σύνδεσμο ανάμεσα στην απόφαση και την εκτέλεση. Συμμετέχει στην μια καθώς και στην άλλη και αποτελεί τον δεσμό ανάμεσα σ' αυτούς που* σκέπτονται και σ' αυτούς που εκτελούν. Σ' αυτούς που σκέπτονται μεταφέρει με την συγκεκριμένη του πείρα μια ακριβή διάβλεψη αυτών που μπορούν να περιμένουν από τα τεθέντα σε λειτουργία μέσα, σ' αυτούς που εκτελούν μεταφέρει το πνεύμα της αποστολής που θα διαφωτίσει το έργο του καθ' ενός και θα χρησιμεύσει για θεμέλιο στις πρωτοβουλίες.
Όλα τα προηγούμενα μας οδηγούν στο προφανές συμπέρασμα ότι ο υπαξιωματικός είναι ένα στέλεχος «επαφής». Οι λειτουργίες του, τον οδηγούν στο να είναι πολύ κοντά στον άνδρα της σειράς, στη δουλειά του, στην καθημερινή του ζωή, και κατά συνέπεια στις ανησυχίες και τις έννοιες του. Εδώ βρίσκεται μια αλήθεια όλων των καιρών της οποίας, όμως η ισχύς είναι α­κόμη μεγαλύτερη μέσα στον οργανισμό του συγχρόνου στρατού. Το κύτταρο ή το φορτίο, η ψυχή αυτής της μικρής ομάδας, αυτός είναι ο υπαξιωματικός.
Να, λοιπόν, που δημιουργεί λεπτές καταστάσεις. Πρέπει να είναι προσιτός χωρίς να είναι οικείος, πρέπει να γίνεται σεβα­στός χωρίς να είναι ξέμακρος. Αλλά από την άλλη πλευρά να γιατί στις ανθρώπινες σχέσεις, δημιουργεί μια προνομιούχα θέ­ση. Ο αρχηγός της ομάδας, στην πραγματικότητα, επιτρέπει στον εαυτό του να παίζει, ένα ρόλο εξαιρετικά κοινωνικό, σαν οδηγός, σαν έμπιστος. Όπως γνωρίζει τα προβλήματα του καθ' ενός από τους άνδρες του ο υπαξιωματικός μπορεί να βοηθήσει επίσης για να τα λύσει είτε ο ίδιος με την εμπειρία ή με την εμπειρία των αρχαιοτέρων του, είτε προκαλώντας την προσοχή των ανωτέρων του σε δύσκολες περιπτώσεις.
Θα προσθέσω ότι ο υπαξιωματικός είναι που δίνει σε κάθε διαταγή την ανθρώπινη υπόσταση της. Ο Στρατός δεν θέτει σε κίνηση ρομπότ αλλά ανθρώπους, των οποίων οι αντιδράσεις γίνονται αντιληπτές και εκτιμώνται. Ο υπαξιωματικός συμβάλλει σ' αυτό περισσότερο, από κάθε άλλον επιτρέποντας στην αρχή να παραμείνει πάντοτε προσιτή και συγκεκριμένη: Εδώ έγκειται η ουσιώδης συμβολή του στην συνοχή και την αποτελεσματικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων.
Αν υπάρχει μια σταδιοδρομία, που ανταποκρίνεται στην εσωτερική κλήση (τάση), αυτή είναι η σταδιοδρομία του στρατού. Το στρατιωτικό επάγγελμα, έγραφε ο Στρατηγός DE GAULΕ (Ντεγκώλ) σας δίνει για όλη σας τη ζωή της σταθεράς της συγκινητικής περιπέτειας που είναι η εξουσία, στην οποία αναμιγνύονται η δράση, ο κίνδυνος, η υπευθυνότητα... Αλλά, πρόσθεσε, αυτό το επάγγελμα ζητάει ατέλειωτα από τον άνθρωπο.
Πρέπει να είναι εκεί όταν τον ζητούν, να μένει ενώ ήθελε να φύγει, να φύγει, ενώ θα ήθελε να μείνει... Έτσι, προεκλίθησαν δυο από τις υπηρεσίες που επιβάλλονται σ' αυτούς οι οποίοι έχουν διαλέξει να υπηρετούν το Έθνος με τα όπλα: διαθεσιμότητα και κινητικότητα.
Να είσαι διαθέσιμος, αυτό σημαίνει να είσαι έτοιμος ν' ανταποκριθείς στις απαιτήσεις τις οποίες επιβάλλουν οι λειτουργικές αναγκαιότητες, και αυτό προκαλεί σταθερότητα υπηρεσίας και δραστηριότητες διαφόρων φύσεων κατά τις περιόδους, οι οποίες είναι αφιερωμένες στην ησυχία και την ανάπαυση.
Η δεύτερη σκλαβιά είναι η κινητικότητα. Αυτή, η οποία έγινε απαραίτητη τόσο για τις ανάγκες της ενότητας όσο για τον σχηματισμό προσωπικού, εξ ου και περιοδικές μεταβολές κατά κύριο λόγο μετριασμένες στο μάξιμουμ για τους υπαξιωματικούς, οι οποίοι πρέπει να παραμείνουν εγγυητές της σταθερότητας, δηλαδή της (εσωτερικής) ενότητας των στρατιωτικών διαπλάσεων.

Γιώργος Εμμανουηλίδης
Δικηγόρος
Στουρνάρη 32 – Αθήνα
τηλ. 210-5226613, 5241943

Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ

Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ
 
Στο Σύνταγμα μας, τόσο σ' αυτό που ισχύει, όσο και στα παλαιότερα υπάρχει η διάταξη του άρθρου 10 που κατοχυρώνει το δικαίωμα του «Αναφέρεσθαι προς τας Αρχάς» του Έλληνα πολίτη.
Επειδή κάθε διάταξη του θεμελιώδους Πολιτειακού Νόμου έχει την φιλοσοφία της και την ιστορία της, θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι το δικαίωμα του αναφέρεσθαι δεν δίδει ένα τυπικό δικαίωμα στον κάθε πολίτη να παρουσιάζεται στις Αρχές για να ικανοποιήσει κάποιο αίτημα του, διότι η πρόσβαση προς τα κλιμάκια της διοικήσεως, ακόμα και τα πιο απροσπέλαστα, δεν είναι και τόσο δύσκολο πράγμα για την Ελληνική πραγματικότητα.
Εντελώς διαφορετικά είναι τα κίνητρα και οι λόγοι που επέβαλαν την καθιέρωση του και μάλιστα με την περιβολή του ισχυρού Συνταγματικού Νομικού μανδύα και το κατέταξαν ισότιμο με τα άλλα ατομικά δικαιώματα. Γενικά τα ατομικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και το του αναφέρεσθαι, αποτελούν φραγμό κατά της αυθαιρεσίας της Κρατικής ισχύος και Εξουσίας και των παρανομούντων οργάνων της.
Είναι γνωστό ότι στις μορφές των πολιτευμάτων όπου η βούληση του λαού δεν έπαιζε ρόλο στην άσκηση της πολιτειακής και της πολιτικής εξουσίας, η Κρατική βούληση, εκφράζονταν στην πυραμίδα της Ιεραρχίας από την βούληση του μονάρχη φεουδάρχη ή θεοκράτη. Η επιβολή της βούλησης αυτής περιεβάλλετο τον τύπο μιας «χάρτας» που η γνησιότητα της επικυρωνόταν με την τυπική εναπόθεση της βούλας (δακτυλίδι του εκδόντος) και εν συνεχεία μετεφέρετο προς εκτέλεση στα όργανα της κρατικής εξουσίας.
Με τον τρόπο αυτό η τυπική νομιμότητα και η ταύτιση της με την βούληση του μονάρχη και των εκτελεστικών οργάνων ήταν απόλυτη, χωρίς να επιτρέπει την παραμικρή παρέκκλιση από τα διαταχθέντα, αλλά και κάθε προβαλλόμενη αντίρρηση, στηριζομένη στην λογική, τον φυσικό Νόμο και την ηθική, κατεπνίγετο χωρίς οίκτο αφού το εκτελεστικό όργανο δεν αμφισβητούσε την νομιμότητα της και περιωρίζετο στον έλεγχο των τυπικών εξωτερικών γνωρισμάτων της γνησιότητας της.
Το είδος αυτό της διακυβέρνησης έδωσε μάλλον αρνητικά και φρικιαστικά παραδείγματα εγκληματικής δραστηριότητας, (Ηρώδης, Αυτοκρατορίες, Τουρκικό Σουλτανάτο, Χίτλερ κλπ.), παρά το γεγονός ότι η Μακιαβελική θεωρία του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», έχει ακόμα πολλούς θιασώτες, οι οποίοι όμως οπωσδήποτε βρίσκονται μακριά από την στυγνή πραγματικότητα, όταν ασπάζονται θεωρητικά τον τρόπο αυτόν του διοικείν.
Τα ατομικά δικαιώματα λοιπόν είναι ένα μέσον και ένας τρόπος να τεθεί φραγμός στην αυθαιρεσία, αλλά και ένας τρόπος έλεγχου των πράξεων της Κρατικής Διοικήσεως.
Έτσι επιτυγχάνεται η προστασία του πολίτη, αλλά και ο έλεγχος της ουσίας των πράξεων της Διοικήσεως, καθώς και η αποκάλυψη των παρανομιών.
Για να είναι όμως πιο αποτελεσματική η διάταξη, εκτός από το δικαίωμα της αναφοράς (εγγράφου αλλά άτυπης), η σχετική διάταξη ορίζει όπως, οι Αρχές προς τις οποίες απευθύνονται οι αναφορές είναι υποχρεωμένες να ερευνούν την ουσία των αναφερομένων και να δίδουν απάντηση.
Πέρα δε από αυτό δεν είναι δυνατό να τεθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο ο αναφερών υπό ποινική ή πειθαρχική δίωξη, προτού δοθεί η τελική απάντηση και οπωσδήποτε η δίωξη απαιτεί την χορήγηση αδείας από την Αρχή προς την οποία υποβλήθηκε η αναφορά, άλλως η δίωξη είναι απαράδεκτη και πρέπει να τίθεται στο Αρχείο.
Η διάταξη βέβαια ισχύει για όλους τους Έλληνες και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσουν εξαίρεση και οι στρατιωτικοί.
θα πρέπει όμως να διευκρινισθεί ότι «αναφορά» όπως την θέλει το Σύνταγμα δεν είναι οποιαδήποτε αίτηση, αλλά μόνο εκείνη η οποία περιέχει ουσιαστικές αιτιάσεις και παράπονα για ενέργειες της διοικήσεως.
Επομένως το άρθρο 10 του Συντάγματος περιλαμβάνει μόνο ορισμένο είδος αναφορών.
Από το είδος των αναφορών αυτών δεν θα πρέπει να εξαιρεθούν και οι αναφορές των Στρατιωτικών, οι οποίες σαφώς και λεπτομερώς καθορίζονται στους Στρατιωτικούς Κανονισμούς.
Επειδή όμως υπάρχει γύρω από την αναφορά των στρατιωτικών μια καθιερωμένη νοοτροπία που την θέλει να περιέχει ορισμένα αυστηρά τυπικά στοιχεία και ύφος σεβασμού, πράγμα: που καθιστά την αναφορά γι' αυτόν που την υποβάλλει να διακατέχεται από άγχος για το καλώς ή κακώς υπεβλήθη και που τελικά αποδυναμώνει το δικαίωμα προτού ακόμη ασκηθεί, θα: πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι κατ’ αρχήν η παλαιά νοοτροπία των διοικήσεων περί της εκ προοιμίου απορρίψεως της υποβληθείσης αναφοράς για τυπικές ελλείψεις (λάθη, ασυνταξίες, μη προσήκον ύφος, τυπολατρία κλπ.) επί ποινή επιβολής ποινής,, θα πρέπει να παραμερίζεται προκειμένου να εφαρμόζεται σωστά το Σύνταγμα και ο Νόμος.
Τέτοια παραδείγματα αυθαιρεσιών βρίθουν στην καθημερινή στρατιωτική ζωή, πλην όμως η νομιμοποίηση της αυθαιρεσίας, φρονούμε, δεν προάγει το συμφέρον της Υπηρεσίας αλλά αντίθετα πιθανόν να εξυπηρετεί δόλιους σκοπούς και παρέχει δυνατότητα αποκρύψεως της παρανομίας.
Φθάσαμε λοιπόν κάποτε στο άτοπο να υποβάλλονται αναφορές με συγκεκριμένες αιτιάσεις, εύλογα παράπονα, ή συγκεκριμένες καταγγελίες και υποστήριξη νομίμων δικαιωμάτων, που επεστράφησαν με επιβολή ποινής γιατί αντί του διφθόγγου η λέξη εγράφετο με «ένα γράμμα» ή ετονίζετο με «ψιλή» αντί «δα­σείας», ή «βαρείας», εάν δε ποτέ η αναφορά κατόρθωνε να ξεπεράσει το φράγμα του πρώτου κλιμακίου της διοικήσεως, επεστρέφετο πάλι με επιβολή ποινής διότι «Ο αναφερών απασχόλησε την Υπηρεσία», όπως είχε καθιερώσει σαν «τρόπο διοικήσεως» κάποιος «πολύς» επιτελής του ΑΤΑ και του ΓΕΑ.
Είναι αστεία όμως και η όλη ενέργεια και η έκφραση «απησχόλησε την Υπηρεσία», διότι αυτό θυμίζει Στρατό χωρίς στρατιώτες και Κράτος χωρίς πολίτες. Εάν δηλαδή δεν υπήρχαν διοικούμενοι δεν θα υπήρχε ανάγκη να απασχολείται η Υπηρεσία γενικά δε η Κρατική Μηχανή.
Απ' όλα τα παραπάνω λοιπόν προκύπτει ότι:
Το Σύνταγμα και οι κανονισμοί σωστά ορίζουν τα του δικαιώματος του αναφέρεσθαι, αλλά τόσο οι αναφερόντες όσο και οι διοικήσεις θα πρέπει να απαλλαγούν από τα πλέγματα της. νοοτροπίας και τις ενοχές του παρελθόντος και να αντιμετωπίσουν σωστά ορθολογικά και στα πλαίσια του Νόμου, το θέμα των αναφορών.
Πρέπει να σταματήσει η αυθαιρεσία του «πάρ' την πίσω γιατί είναι απαράδεκτη και θα σε τιμωρήσω», καθώς και της άλλης νοοτροπίας ότι με το να υποβάλλεται πληθώρα αναφορά παραπόνων προς τα προϊστάμενα κλιμάκια διοικήσεως, σημαίνει ότι εκτίθεται ο Διοικητής.
Από την άλλη όμως πλευρά των Διοικούμενων θα πρέπει, εκτός των τύπων η αναφορά να περιέχει ουσιαστικό αίτημα ή καταγγελία, ή εν πάση περιπτώσει να γίνεται με λίγα λόγια κατανοητό το περιεχόμενο, ώστε να μπορεί η Διοίκηση να ενεργήσει σωστά.
Δεν θα πρέπει να απορρίπτεται ασυζητητεί μια αναφορά η οποία αναφέρει παρατυπίες, παρανομίες ή αξιόποινες πράξεις, έστω και αν αυτές φαίνονται εκ πρώτης όψεως συκοφαντικές ή εξυβριστικές διότι τότε ακριβώς δεν εφαρμόζεται το Σύνταγμα και ο επιστρέφων την αναφορά, ως απαράδεκτη Διοικητής, είναι ποινικώς υπεύθυνος για παράβαση καθήκοντος, διότι έχει υποχρέωση από το Σύνταγμα να ερευνήσει την ουσία, δηλαδή αν τα καταγγελλόμενα είναι ή όχι αληθή και όχι αν η αναφορά περιέχει ορθογραφικά ή συντακτικά λάθη, ή δεν είναι γραμμένη στο προσήκον ύφος, γιατί τότε ο Διοικητής αυτός μας θυμίζει το ευρέως διαδεδομένο στο στράτευμα ευτράπελο ανέκδοτο, ότι όταν κάποιος αγνός και τίμιος κατώτερος είδε τον ανώτερο του να παρανομεί και του το ανέφερε (ότι τον αντελήφθη να κλέβει), ο παρανομών ανώτερος σε άγριο ύφος και με την τιμωρία στο στόμα απάντησε «ώστε με διαψεύδεις και με συκοφαντείς, 10 μέ­ρες φυλακή».
Έτσι ο καταγγείλας την κλοπή έγινε συκοφάντης και η παρασιώπησή της έγινε προσόν για προαγωγή του ανωτέρου.
Με όσα γράφτηκαν παραπάνω δεν σημαίνει ότι ένας σωστός και γνώστης της αποστολής του και των καθηκόντων του Διοικητής δεν γνωρίζει τι σημαίνει «αναφορά».
Τα παραπάνω υποδηλώνουν ότι το θέμα «αναφορά» σημαίνει σωστή εφαρμογή του Συντάγματος των Νόμων και των Κανονισμών και όχι νοοτροπία του «δεν γνωρίζω τι λέει το Σύνταγμα, εγώ ξέρω τι λένε οι διαταγές». Οι διαταγές και οι κανονι­σμοί όταν ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σωστά δεν αντιβαίνουν στο Σύνταγμα.
Καλή διοίκηση σημαίνει ουσιαστική αντιμετώπιση κάθε αναφοράς και εν πάση περιπτώσει υποδείξεις και σωστή διαπαιδαγώγηση για τα δικαιώματα των Διοικούμενων.
Αν πράγματι ο κατώτερος με την αναφορά του αποδείχτηκε ότι είπε ψέματα ή συκοφάντησε ή εξέθεσε την Διοίκηση, το Σύνταγμα και οι συνάδοντες προς αυτό κανονισμοί παρέχουν τους κατάλληλους μηχανισμούς για την τιμωρία του συκοφάντη. Η τιμωρία όμως θα πρέπει οπωσδήποτε να γίνει μετά την έρευνα των αναφερομένων και μετά την έγγραφη απάντηση της Διοικήσεως.
Έτσι κατοχυρώνεται και η Διοίκηση από τυχόν βεβιασμένες ενέργειες που την εκθέτουν στα ανώτερα κλιμάκια Διοικήσεως αλλά και εκτός του Στρατεύματος, όταν στα Ανώτατο Δικαστήρια της χώρας (Άρειο Πάγο - Συμβούλιο της Επικρατείας) διαπιστώνεται ότι η Διοίκηση παρενόμησε και ακυρώνονται Δικαστικές αποφάσεις και Διοικητικές Πράξεις.
Βέβαια από τότε που θα κινηθεί μια διαδικασία μέχρι που θα καταλήξει οριστικά σε ακύρωση και δικαίωση του αδικηθέντος θα περάσει πολύς χρόνος και εκείνος που αδικήθηκε οπωσδήποτε θα έχει υποστεί ηθική μείωση, ψυχική δοκιμασία και οικονομική αφαίμαξη.
Ενώ λοιπόν απ’ αρχής ήτο δυνατόν να προληφθεί η αδικία, εν τούτοις χάρις στις παράνομες ενέργειες της Διοικήσεως δεν αντιμετωπίζεται σωστά το θέμα, και δημιουργείται διελκυστίνδα συγκρούσεων μεταξύ διοικήσεως και διοικούμενων, ο θύτης γίνεται θύμα και όταν επέρχεται η δικαίωση τότε είναι πλέον πολύ αργά.
Ο παρανομήσας Διοικητής ή ανώτερος είναι ήδη άτρωτος, αν δε εναντίον του κινηθεί κάποια διαδικασία για αυθαιρεσία, σταματάει ελλείψει αποδείξεων ή των στοιχείων που απαιτεί ο Νόμος.
Παρ' όλα αυτά όμως το τεράστιο ηθικό θέμα δεν παύει να είναι εις βάρος εκείνων οι οποίοι παρενόμησαν
Κλείνοντας θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ότι σωστή διοίκηση σημαίνει και απονομή δικαιοσύνης και δίκαιο είναι να μην καταδικάζεις κάποιον, αν δεν τον ακούσεις, αν δεν ερευνήσεις και δεν αξιολογήσεις, τις αποδείξεις πριν αποφασίσεις.

                                                                                               
Γιώργος Εμμανουηλίδης
Δικηγόρος
Στουρνάρη 32 – Αθήνα
τηλ. 210-5226613, 5241943